Tο φιλότιμο των καθηγητών νίκησε τις αγκυλώσεις

Ύστερα από δύο χρόνια αδικαιολόγητων ασκήσεων ανυπακοής η μεγάλη πλειοψηφία των καθηγητών επέβαλε, μόλις της δόθηκε η δυνατότητα, με εντυπωσιακό τρόπο τη νομιμότητα.

Τα πανεπιστήμια βρίσκονται σε αναταραχή εδώ και πέντε χρόνια περίπου. Για ποιο λόγο; Επειδή δυναμικές μειοψηφίες που διαφέντευαν επί δεκαετίες τα ιδρύματα, και κυρίως τη διοίκησή τους σε διάφορα επίπεδα, αισθάνθηκαν ότι απειλούνται και θίγονται στη μικροεπικράτειά τους από τις αλλαγές που προωθήθηκαν, πρώτα και πιο συντηρητικά από τη Μαριέττα Γιαννάκου και στη συνέχεια πιο ριζοσπαστικά από την Αννα Διαμαντοπούλου, αλλαγές που είχαν ως στόχο να συντονίσουν τα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια με όσα συμβαίνουν διεθνώς.

Καταλήψεις διαρκείας, καταστροφή δημόσιας περιουσίας, χτισίματα και ομηρεία καθηγητών, βία και απειλή βίας για να μη γίνει αυτό που είναι αυτονόητο στον υπόλοιπο κόσμο. Η ακαδημαϊκή ζωή αναστατώθηκε και τραυματίστηκε σοβαρά και διασώθηκε, όσο ήταν δυνατόν, από το φιλότιμο και τον μόχθο καθηγητών και φοιτητών, που μέσα σε αντίξοες συνθήκες που επιδεινώνονταν από την οικονομική κρίση προσπαθούσαν να διαφυλάξουν μια κανονικότητα στην έρευνα και στις σπουδές.

Τώρα, ύστερα από δύο χρόνια αδικαιολόγητων ασκήσεων ανυπακοής από αυτούς που καταλάβαιναν ότι έχαναν το παιχνίδι, η μεγάλη πλειοψηφία των καθηγητών επέβαλε, μόλις της δόθηκε η δυνατότητα, με εντυπωσιακό τρόπο τη νομιμότητα. Προσήλθε στις κάλπες μαζικά, σε ποσοστά που σε ορισμένες περιπτώσεις έφθασαν και ξεπέρασαν το 90%, δείχνοντας ότι επιθυμεί περιβάλλον ηρεμίας και ομαλότητας ώστε να μπορούν όλοι να κάνουν τη δουλειά τους.

Το επόμενο διάστημα θα είναι δύσκολο. Θα υπάρξουν, όπως λέγεται, αναδιαρθρώσεις και συγχωνεύσεις τμημάτων, σχολών και πανεπιστημίων. Θα υπάρξουν περικοπές στη χρηματοδότηση, στους μισθούς, στις δαπάνες. Θα μειωθεί το προσωπικό. Οι φοιτητές και οι οικογένειές τους θα πιέζονται οικονομικά. Θα πρέπει να εφαρμοστεί ένας νέος νόμος, να συνταχθούν εσωτερικοί κανονισμοί, να γίνουν αξιολογήσεις. Σε ένα τέτοιο δύσκολο περιβάλλον, αφού ολοκληρωθούν οι εκλογές και στελεχωθούν με τα εξωτερικά μέλη τα Συμβούλια, θα πρέπει ως πανεπιστημιακοί να ανασκουμπωθούμε για να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση.

Στο καθεστώς αυξημένης αυτονομίας που παρέχει ο νέος νόμος, να μελετήσουμε τα νέα δεδομένα και να σχεδιάσουμε έναν οδικό χάρτη ανάταξης. Πρέπει να γίνουν τα πανεπιστήμιά μας μικρές οάσεις δουλειάς, μελέτης, καινοτομίας, όπου απερίσπαστοι κατά το δυνατόν φοιτητές και καθηγητές θα αφοσιωθούν στο έργο τους. Αυτό δεν σημαίνει να απομονωθούν από την κοινωνία και τα προβλήματά της. Ακριβώς το αντίθετο.

Σημαίνει ότι θα πρέπει να αξιοποιήσουν την επένδυση που κάνει σε αυτά η κοινωνία, να αναζητήσουν και νέες πηγές χρηματοδότησης, ώστε να παραγάγουν εκείνα τα αποτελέσματα που θα βοηθήσουν και τη χώρα να βγει από την κρίση. Να συνδεθούν με την οικονομία προς αμοιβαίο όφελος, να εκπαιδεύσουν νέους επιστήμονες και να μορφώσουν δημοκρατικούς πολίτες. Να είναι χώροι ανοιχτοί σε όποιον ενδιαφέρεται να μάθει.

Αντιστάσεις και αντιδράσεις θα υπάρχουν πολλές. Είτε από αδράνεια, είτε από συνήθεια, είτε από υστεροβουλία, είτε από ποικίλα συμφέροντα. Οσοι όμως θέλουν να βλέπουν μπροστά, όσοι ξέρουν πώς λειτουργεί ένα σύγχρονο ζωντανό πανεπιστήμιο, πρέπει να εργαστούν σκληρά και μεθοδικά, να υπερβούν αγκυλώσεις, να επιβάλουν ένα κλίμα που προάγει την αριστεία και τη διεθνή άμιλλα. Το νέο νομικό πλαίσιο δίνει τέτοιες δυνατότητες, παρότι οι αλλαγές που έγιναν το καλοκαίρι στον νόμο Διαμαντοπούλου θολώνουν τη λογική που τον διέπει.

Η εφαρμογή του νόμου θα δείξει τι χρειάζεται να διορθωθεί και ο ίδιος ο νόμος προβλέπει τις διαδικασίες αποτίμησης και αναθεώρησής του. Οσοι κηρύττουν ακόμη την ανυπακοή απλώς δεν θέλουν να αλλάξει τίποτε. Εφθασαν μάλιστα, τον 21ο αιώνα, άνθρωποι κατά τεκμήριο μορφωμένοι και επιστήμονες να καταγγέλλουν ως νέοι λουδίτες τις μηχανές μιλώντας για «τεχνοφασισμό», με αφορμή τις ηλεκτρονικές ψηφοφορίες στα πανεπιστήμια. Πίσω ολοταχώς από ιδεολογική τύφλωση εις βάρος των φοιτητών και της χώρας.

Οσοι κηρύττουν ακόμη την ανυπακοή απλώς δεν θέλουν να αλλάξει τίποτε

Η Βάσω Κιντή είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Πηγή: http://www.ethnos.gr/entheta.asp?catid=25862&subid=2&pubid=63735363

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s