Ο βασιλιάς είναι γυμνός και οι ράφτες είναι ψεύτες

Του Χρήστου Χωμενίδη, protagon.gr, 4/6/13

xwmenidhs-xrhstos-thumb«Κάποιος εχθρός θα χαίρεται την όμορφη ασπίδα μου. Στα πόδια το ’βαλα, την πέταξα πίσω από κάποιο θάμνο. Με γεια του, με χαρά του! Δεν πάει στο διάολο και η ασπίδα; Εφόσον βγήκα ζωντανός, καλύτερη θα πάρω!». Οι παραπάνω στίχοι δεν ανήκουν σε κανέναν τυχαίο. Ο Αρχίλοχος -θεμελιωτής, κατά τον Ελύτη, της λυρικής ποίησης- βγάζει απ’ τον 7ο π.Χ. αιώνα αναιδέστατα τη γλώσσα στο σπαρτιάτικο «ή ταν ή επί τας», στα άγια των αγίων κάθε πατριωτικής ιδεολογίας. «Ας είμαι εγώ καλά κι ας ψοφήσουν χίλια αρνιά», λέει με άλλα λόγια ο βλάσφημος μέγας ποιητής.

Μερικές δεκαετίες νωρίτερα, ο Όμηρος (υπαρκτότατο, κατά τους πιο σύγχρονους μελετητές, πρόσωπο) είχε συνθέσει πρώτα την Ιλιάδα και κατόπιν την Οδύσσεια. Στη ραψωδία Σ’ της Ιλιάδας, ο Αχιλλέας σπαράζει στην ακρογιαλιά για τον χαμό του Πατρόκλου. Μες απ ’τα κύματα, προβάλλει η μάνα του: «Όσους και να θερίσεις Τρώες, ο αγαπημένος σου δεν πρόκειται να αναστηθεί», του λέει εν ολίγοις. «Γύρνα, λοιπόν, στην πατρίδα, να βασιλέψεις εκατό ευτυχισμένα χρόνια!». «Αν δεν εκδικηθώ τον Πάτροκλο», την κόβει εκείνος, «θα είμαι “άχθος αρούρης”, βάρος περιττό πάνω στη Γη. Θα σκοτωθώ στη μάχη…». Το λέει και το κάνει. Στη ραψωδία Λ’ της Οδύσσειας, ο Οδυσσέας τον συναντάει στον Άδη. «Ακόμα και στους πεθαμένους, βασιλιάς είσαι!», τον θαυμάζει. «Κάλλιο να ήμουν ζωντανός κι ο τελευταίος δούλος, παρά από τις νεκρές σκιές ο πρώτος!», βαριαστενάζει ο Αχιλλέας, σχολιάζοντας πικρά εκείνο του το «άχθος αρούρης»…

Η Ιστορία και η Ποίηση δεν είναι μονοκόμματες σαν πληκτικό διδακτικό βιβλίο. Στέλνουν μηνύματα περίπλοκα και αντιφατικά.

Οι Τριακόσιοι του Λεωνίδα δεν υπήρξαν ιδανικοί αυτόχειρες, καμικάζι της αρχαιότητας. Θυσιάστηκαν βάσει σχεδίου, για να καθυστερήσουνε τις περσικές στρατιές και να βρουν χρόνο οι Έλληνες να ετοιμαστούν για τη ναυμαχία της Σαλαμίνας.

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος -ο οποίος στο, σχεδόν φιλικό, μήνυμα του Μωάμεθ απάντησε πως δεν μπορεί να του παραδώσει την Πόλη, διότι η Πόλη δεν ανήκει στον ίδιον, αλλά σε όσοι τη δόξαζαν επί δεκαπέντε αιώνες- ο τελευταίος μας Αυτοκράτορας πριν μαρμαρώσει είχε προσχωρήσει στον καθολικισμό, ποντάροντας -ματαίως- στη βοήθεια της Ρώμης. Οι «ανθενωτικοί», οι φανατικοί πατριώτες, έπνεαν μένεα εναντίον του και μάλλον θα ανακουφίστηκαν σαν, τελικά, τους φόρεσαν φακιόλι τούρκικο κι όχι τιάρα παπική…

Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ είχε αποκηρύξει με τον πιο έντονο τρόπο την Επανάσταση του 1821 πριν τον κρεμάσουν οι Τούρκοι και ενταχθεί στο πάνθεον των μαρτύρων. Ο Διονύσιος Σολωμός, αφουγκραζόμενος τις μπαταριές της Εξόδου του Μεσολογγίου, έγραψε τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». Έγραψε εν τούτοις κι έναν άλλο στίχο, που ακυρώνει κάθε ηρωική θυσία: «Γλυκιά» είναι πάντα «η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα»…

Θυσιαζόμενοι οι μπροστάρηδες κάθε εποχής, δίνουν παράδειγμα κι ανοίγουν δρόμο για τις επερχόμενες γενιές. Όταν δε, αρνούνται να ελπίσουν στη μετά θάνατον ζωή, τότε η πράξη τους εμπνέει ακόμα μεγαλύτερο δέος. Τέτοια ήταν η περίπτωση του Νίκου Μπελογιάννη, που αντιμετώπισε αλύγιστος το εκτελεστικό απόσπασμα. Κι ας είχε -λίγη ώρα πριν- αποχαιρετήσει την αγαπημένη του Έλλη Παππά με την εξής τρομερή φράση: «Και να σκεφτείς, πάμε να πεθάνουμε για ένα λάθος…».

Θα σκοτώνατε εσείς ποτέ τα παιδιά σας; Θα προδικάζατε το μέλλον τους και θα το ματαιώνατε, βάσει των δικών σας πεποιθήσεων; Έτσι έπραξαν οι Σουλιώτισσες της Ιστορίας (ή του θρύλου): Πέταξαν πρώτα τα μωρά τους στον γκρεμό, στο Ζάλογγο, και έπειτα πήδηξαν κι εκείνες χορεύοντας. Το αντίστοιχο έκανε και ο Γιόζεφ Γκέμπελς, υπουργός προπαγάνδας και διάδοχος, για μια μέρα, του Χίτλερ: Όταν οι Ρώσοι εισέβαλλαν στο Βερολίνο, δηλητηρίασαν μαζί με τη γυναίκα του τα έξι παιδιά τους και στη συνέχεια αυτοκτόνησαν. «Ζωή δίχως Εθνικοσοσιαλισμό δεν είναι νοητή!», δικαιολόγησε την πράξη της η μάνα-φόνισσα. Η Μάγδα Γκέμπελς -θα μου πείτε- οραματιζόταν μια κόλαση, ενώ οι Σουλιώτισσες έναν ελληνικό παράδεισο. Το να σε πάρω -βρέφος βυζανιάρικο- στον τάφο προεξοφλώντας το εθνικοαπελευθερωτικό σου φρόνημα, συγχωρείται; Ας είμαστε στοιχειωδώς έντιμοι: Είτε κατανοούμε τόσο τις Σουλιώτισσες, όσο και τη Μάγδα Γκέμπελς, είτε τις καταδικάζουμε αμφότερες.

Θα μπορούσα να απαριθμώ, στο διηνεκές, πράξεις και λόγια εμβληματικά που επιδέχονται και την αντίθετη απ’ την επίσημη ερμηνεία τους. Το παιχνίδι της αποκαθήλωσης των ηρώων και της αποδόμησης της κυρίαρχης ιδεολογίας ξεκινάει με τη φράση του μικρού αγοριού στο παραμύθι του Άντερσεν: «Ο βασιλιάς είναι γυμνός και οι ράφτες του είναι ψεύτες!».

Όσο απολαυστικό κι αν είναι ωστόσο, δεν αρκεί να κλονίζεις τις βεβαιότητες εκείνων που έχουν εκ γενετής στρογγυλοκαθίσει πάνω στα ιερά οστά, στα «Όχι» και στα «Μολών Λαβέ» των προγόνων τους. Ανάλογα -σε διαφορετική, ίσως, κλίμακα- ερωτήματα προκύπτουν κάθε μέρα στη ζωή του καθενός μας. Εκεί, όση Ιστορία και Ποίηση κι αν έχεις μελετήσει, δεν αίρεσαι στο ύψος των περιστάσεων άμα δεν διαθέτεις και λιγάκι τσαγανό. Από τις απαντήσεις που ο καθένας έμπρακτα και με προσωπικό του κόστος δίνει στα ζητήματα του καιρού του, κρίνεται.

Υπό αυτήν την έννοια, δεν αποκλείεται ο βίος και η πολιτεία κάποιων «ευρωλιγούρηδων» να συγγενεύει περισσότερο με τη γενναιότητα ενός Καραϊσκάκη ή μίας Μπουμπουλίνας, απ’ τις ανέξοδες κραυγές των «ελληνόψυχων»…

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s