Ο Έρωτας και ο Θάνατος στον Λουίς Μπουνιουέλ

LUIS BUÑUELΟ Λουίς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel Portolés, 22 Φεβρουαρίου 1900 – 29 Ιουλίου 1983) ήταν ένας από τους μείζονες σκηνοθέτες του κινηματογράφου. Συνδέθηκε με το κίνημα του υπερρεαλισμού ενώ κατόρθωσε με το έργο του, να διαμορφώσει ένα προσωπικό κινηματογραφικό ύφος. Πολλές από τις ταινίες του θεωρούνται σήμερα κλασικές.

Οι ακραίες αντιφάσεις και το στοιχείο της πρόκλησης είναι πανταχού παρούσες στο έργο του μεγάλου Ισπανού σουρεαλιστή. Οι άνθρωποι προκαλούν το Κακό ενώ θέλουν το Καλό, ο απόλυτος αθεϊσμός και η λατρεία του τυπικού των καθολικών τελετών συνυπάρχουν, το όνειρα συνδυάζεται αποτελεσματικά με την πραγματικότητα.

Από την άλλη, ενώ στις ταινίες του ευαγγελίζεται τη βία, προτρέπει στη σεξουαλική απόλαυση και ξαφνιάζει με τις πιο σουρεαλιστικές πράξεις, στη ζωή του είναι ήπιος και τρυφερός. «Όταν κλείνω τα μάτια μου είμαι ένας μηδενιστής αναρχικός, μέχρι να τα ξανανοίξω».

Οι απαρχές της κοσμοαντίληψής του, όπως παρατηρεί ο Μ. Δημόπουλος, είναι η ψυχανάλυση και ο μαρξισμός. Πιο συγκεκριμένα, η χρήση του ονείρου στον Μπουνιουέλ είναι η συνάντηση του Φρόυντ με τον Μαρξ, δηλαδή η σύνδεση του ασυνείδητου και σκοτεινού τόπου της ανθρώπινης υπόστασης με την υλική και κοινωνικοπολιτική ανάγκη του ανθρώπου.

Στην «Αυτοβιογραφία» του ο Μπουνιουέλ γράφει για τον «Ανδαλουσιανό Σκύλο»(την πρώτη του ταινία):

«Ήταν μια ταινία μικρού μήκους (δύο μπομπίνες), στην οποία δεν υπήρχαν ούτε σκύλοι ούτε Ανδαλουσιανοί. Ένα από τα καλά του τίτλου ήταν ότι έγινε κυριολεκτικά έμμονη ιδέα σε κάποιους ανθρώπους, μεταξύ των οποίων και ο αμερικανός συγγραφέας Henry Miller, ο οποίο, χωρίς να με γνωρίζει, μου έγραψε σχετικά με αυτή την έμμονη ιδέα του ένα θαυμάσιο γράμμα που φυλάω ακόμα. Η ταινία αυτή ήταν ένας συνδυασμός της σουρεαλιστικής αισθητικής και των φροϋδικών ανακαλύψεων […] Παρόλο που χρησιμοποίησα ονειρικά στοιχεία, η ταινία δεν περιγράφει ένα όνειρο. Αντιθέτως, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τα πρόσωπα είναι ρεαλιστικά. Η θεμελιώδης διαφορά της από άλλες ταινίες έγκειται στο ότι οι πράξεις των χαρακτήρων υπαγορεύονται από παρορμήσεις που εκπορεύονται από την ίδια πρωταρχική πηγή από την οποία πηγάζει ο ανορθολογισμός, εν προκειμένω από την ποίηση. Κάποιες φορές τα πρόσωπα ενεργούν με τρόπο αινιγματικό, όσο αινιγματική μπορεί να είναι μια ψυχοπαθολογική συμπεριφορά. Η ταινία απευθυνόταν στα υποσυνείδητα αισθήματα του ανθρώπου και, ως εκ τούτου, η αξία της είναι οικουμενική, κι ας δυσαρεστεί κάποιες κοινωνικές τάξεις που μένουν προσκολλημένες στις πουριτανικές ηθικές αρχές».

Για τη δεύτερη ταινία του, τη «Χρυσή Εποχή» ο Μπουνιουέλ περιγράφει την επίθεση που δέχτηκε ο κινηματογράφος που προβαλλόταν από γάλλους ακροδεξιούς, έξι ημέρες μετά την πρεμιέρα. Όσο για το σενάριο της «Χρυσής Εποχής», ο ίδιος αναφέρει: «Γύρω από τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες, έναν άντρα και μία γυναίκα, ξεσπάει μια σύγκρουση σαν αυτές που παρατηρούνται στην ανθρώπινη κοινωνία: μια σύγκρουση ανάμεσα στον έρωτα και στα υπόλοιπα συναισθήματα (το θρησκευτικό, το πατριωτικό, το ανθρωπιστικό…) […] Το σεξουαλικό ένστικτο και το αίσθημα του θανάτου συνιστούν της αληθινή ουσία της ταινίας».

Δεδομένης της συνάφειας του έρωτα και του θανάτου, ο Mπουνιουέλ θεωρεί ότι, στον κόσμο μας, πιο εύκολα πεθαίνει κανείς παρά ερωτεύεται. Οι δαιμονισμένοι ήρωες του φορούν το ένδυμα του Κακού και του απαγορευμένου για να κερδίσουν τον έρωτα.

Σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του δέχτηκε αμέτρητες επιθέσεις από την Εκκλησία, της αστυνομία και τις νοικοκυρές που τον κατηγορούσαν ότι εκθείαζε το Κακό και υπονόμευε την ηθική. Ο ίδιος ωστόσο μας έδειχνε απλώς ότι ούτε το Καλό βρίσκεται εκεί όπου μας το παρουσιάζει η κοινωνία, ούτε το Κακό εκεί όπου το καταγγέλλει.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Carlos Fuentes, το ερώτημα που θέτει ο Μπουνιουέλ με μια μελαγχολική αυστηρότητα, είναι: «Εσείς , που θεωρείτε τον φετιχιστή, το νεκρόφιλο, τον εξεγερμένο, τον εραστή, τον ονειροπόλο, ένα παρά φύσιν τέρας, μήπως κρύβετε απλώς τα δικά σας απωθημένα, προσπαθώντας να αρνηθείτε –να εξοντώσετε- το βίωμα του άλλου;».

tumblr_l1yqjhwyaQ1qzbcgoo1_400

«Το 1932 αποχώρησα από τους σουρεαλιστές», σημείωνει ο Μπουνιουέλ στην Αυτοβιογραφία του, «αλλά συνέχισα να διατηρώ άριστες σχέσεις με τους πρώην συντρόφους μου.

«Στα 28 μου ήμουν αναρχικός, και η ανακάλυψη του Sade υπήρξε κάτι το εκπληκτικό. Δεν έχει καθόλου να κάνει με τον ερωτισμό, αλλά με την αθεϊστική φιλοσοφία. Εν ολίγοις, μέχρι εκείνη τη στιγμή μου είχαν κρύψει την ελευθερία, με είχαν τελείως ξεγελάσει ως προς το τι είναι η θρησκεία και, κυρίως, η ηθική. Ήμουν άθεος, είχα χάσει την πίστη μου, αλλά την είχα αντικαταστήσει με την ιδέα της ελευθερίας, με τον αναρχισμό, με το συναίσθημα της φυσικής καλοσύνης του ανθρώπου. Πίστευα ότι κατά βάθος ο άνθρωπος τείνει προς το Καλό αλλά έχει διαστραφεί από την κοινωνική οργάνωση, από το κεφάλαιο. Και ξαφνικά ανακάλυψα ότι όλα αυτά ήταν ένα τίποτα, ότι μπορούσε να υπάρχουν αυτά τα πράγματα και μαζί κάτι άλλο. Όμως τίποτα, απολύτως τίποτα δεν είχε σημασία πέρα από την πλήρη ελευθερία του ανθρώπου να συμπεριφερθεί όπως επιθυμεί. Όπως επίσης ανακάλυψα ότι δεν υπάρχει ούτε Καλό ούτε Κακό».

ΠΗΓΗ: Luis Buñuel, συλλογικό έργο, Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, 2000.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s