Ο μακρύς ευρωπαϊκός ύπνος. Του Γ. Ιωαννίδη

Η βραχύβια σοσιαλδημοκρατική άνοιξη της δεκαετίας 1994-2004

Το 1993 από τα δεκατέσσερα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μόλις τα πέντε είχαν σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1998, ο πολιτικός χάρτης είχε μεταβληθεί θεμελιακά. Σε σύνολο δεκατεσσάρων κρατών – μελών, τα δώδεκα είχαν σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις και μόλις δύο κυβερνούταν από συντηρητικά κόμματα. Ήταν μια νέα, βραχύβια, όπως αποδείχτηκε, άνοιξη της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Προς στιγμή όμως, φάνηκε να επαναπολιτικοποιείται η διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Αυτό αποτυπώθηκε τόσο στο κινηματικό όσο και στο θεσμικό επίπεδο.

Europe-agreement-on-a-bailout-of-GreeceΣε ό,τι αφορά τις κοινωνικές διεκδικήσεις το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90 σημαδεύτηκε από τις πρώτες ευρωπορείες υπό την αιγίδα των ευρωπαϊκών συνδικάτων αλλά και άλλων οργανώσεων της πολιτικής οικολογίας και των κοινωνικών δικαιωμάτων. Μία διαδικασία, στην οποία, όσοι από εμάς μετείχαμε τότε στον Συνασπισμό, υποστηρίξαμε με ενθουσιασμό, αρχίζοντας να ταξιδεύουμε στο Άμστερνταμ και στην Κολωνία προκειμένου να συμμετάσχουμε σε πανευρωπαϊκές κινητοποιήσεις που ζητούσαν «περισσότερη κοινωνική Ευρώπη». Στους δρόμους των ευρωπαϊκών πόλεων και της Αθήνας, στα κείμενα της ΓΣΕΕ και του Συνασπισμού απηχούσε ένα ξεχασμένο σήμερα σύνθημα: «απ΄ τη Λισαβόνα ως το Νευροκόπι 35ώρο σε όλη την Ευρώπη».

Οι εξελίξεις στο θεσμικό επίπεδο ήταν λιγότερο ριζοσπαστικές, όχι όμως άνευ σημασίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η «διαδικασία Μακροοικονομικού Διαλόγου της Κολονίας» με πρωτεργάτη τον Γερμανό Υπουργό Οικονομικών Όσκαρ Λαφοντέν  που προέβλεπε μια θεσμοθετημένη διαδικασία διαλόγου μεταξύ των ευρωπαϊκών κοινωνικών εταίρων (άρα και των συνδικάτων) με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και την ΕΚΤ με αντικείμενο την οικονομική και νομισματική πολιτική. Παράλληλα, η Επιτροπή άρχισε να αναγνωρίζει  σε εκθέσεις της (π.χ. Ανάπτυξη και Απασχόληση στο Πλαίσιο της ΟΝΕ, COM (1998) 103 final) ότι η μισθολογική πολιτική των κρατών – μελών πρέπει να διασφαλίζει και την «υποστήριξη της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων», ότι η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ πρέπει να μεριμνά και για την «υποστήριξη της ανάπτυξης και της απασχόλησης».

Η νέα σοσιαλδημοκρατική πλειοψηφία υιοθέτησε το νεοφιλελεύθερο παράδειγμα ταυτόχρονα όμως το διαφοροποίησε εισάγοντας μια λογική «ρυθμισμένης απορρύθμισης». Η Συνθήκη του Μάαστριχτ προεξοφλούσε τη συντηρητική φυσιογνωμία της μακροοικονομικής πολιτικής, επιβάλλοντας δεσμεύσεις που οι σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις ουδέποτε αμφισβήτησαν, ούτε προσπάθησαν να τροποποιήσουν. Προσπάθησαν όμως να ενισχύσουν την κοινωνική διάσταση των κοινοτικών πολιτικών. Έτσι, μολονότι δεν άλλαξαν τη νεοφιλελεύθερη φυσιογνωμία που είχε αποκτήσει το ευρωπαϊκό εγχείρημα, κατάφεραν να τη διαφοροποιήσουν από την ακραιφνή νεοφιλελεύθερη προσέγγιση της προηγούμενης δεκαετίας. Η έμφαση στη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων, η εισαγωγή της διάστασης της ποιότητας της εργασίας, οι πολιτικές για την αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού, οι πολιτικές για την ισότητα των δύο φύλων κ.ο.κ. συνιστούν ορισμένες από αυτές τις διαφοροποιήσεις. Ήταν ένας νεοφιλελευθερισμός με «κοινωνικές πρόνοιες».

Η υιοθέτηση της Στρατηγικής της Λισαβόνας το 2000 συνιστά την επιτομή της νέας προσέγγισης που προσπαθούσε να προσφέρει μια νέα «Μεγάλη Ιδέα» για το μέλλον της  Ευρώπης. Σήμερα πλέον γνωρίζουμε ότι αυτό το όραμα αποδείχτηκε εξαιρετικά βραχύβιο. Η αναθεώρηση της Στρατηγικής της Λισαβόνας το 2005 (Έκθεση Κοκ) αποτύπωσε μια συντηρητική αναδίπλωση, μετατοπίζοντας όλη την έμφαση στην ενίσχυση της ευελιξίας της αγοράς εργασίας.

Έως το 2007 η ΣτΛ και οι στόχοι της είχαν πρακτικά εγκαταλειφθεί. Η Ευρώπη, επέστρεψε σε μια κατάσταση αμηχανίας που συντηρείται μέχρι και σήμερα. Περισσότερο, βραχύβια υπήρξε και η σοσιαλδημοκρατική άνοιξη. Έως το 2004, οι συντηρητικοί είχαν κερδίσει τις εκλογικές αναμετρήσεις σε δέκα κράτη – μέλη και οι σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις είχαν περιοριστεί σε τέσσερις. Έκτοτε παρέμειναν στο περιθώριο.

Οι αιτίες της σοσιαλδημοκρατικής κατάρρευσης

Για την κατάρρευση της σοσιαλδημοκρατίας έχουν γραφτεί πολλά. Στην Ελλάδα, εγκλωβισμένοι σε έναν αφόρητο επαρχιωτισμό ελάχιστοι ήταν εκείνοι που προσπάθησαν να προσεγγίσουν την εκλογική συντριβή του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 2004 ως τμήμα της γενικότερης συρρίκνωσης της σοσιαλδημοκρατίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αντίθετα, πολλοί επέλεξαν να ερμηνεύσουν την ήττα του «εκσυγχρονισμού» ως αποτέλεσμα της λυσσαλέας αντίστασης γερά εδραιωμένων συντεχνιακών συμφερόντων που κατά κανόνα αναζητούνται στις τάξεις της δημοσιο-υπαλληλίας και των επιστημονικών επαγγελμάτων (παραδόξως όμως ποτέ στα πλαίσια της επιχειρηματικής κοινότητας της χώρας). Ήταν μια βολική ερμηνεία που παρέκαμπτε το ζήτημα των, δεξιών στην ουσία τους, πολιτικών που υλοποιήθηκαν επικαλούμενη γνωστές παθογένειες της ελληνικής δημόσιας διοίκησης αλλά και κοινωνίας.

Είναι όμως σαφές, ότι το προγραμματικό πλαίσιο της σοσιαλδημοκρατίας των δεκαετιών του ’90 και του 2000 είχε υποστεί ένα ριζικό μετασχηματισμό. Τα θέματα της ανάπτυξης, της ισότητας, της απασχόλησης και του κράτους πρόνοιας διατήρησαν κεντρική θέση στη ρητορική των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και βρέθηκαν στο επίκεντρο των προεκλογικών τους διακηρύξεων. Από την άλλη πλευρά όμως, υπήρξε μια επανοηματοδότηση των εννοιών αυτών. Η έμφαση μετατοπίστηκε από την ισότητα του αποτελέσματος στην ισότητα των ευκαιριών, επιτρέποντας τον αναπροσανατολισμό των παρεμβάσεων από τις αναδιανεμητικές πολιτικές στις διαρθρωτικές παρεμβάσεις.

Επίσης, υπήρξε μια μετατόπιση από την έννοια της ισότητας στην έννοια της κοινωνικής ενσωμάτωσης και της καταπολέμησης του κοινωνικού αποκλεισμού που επέτρεψε την «από-γενικευσή» των κοινωνικών παρεμβάσεων και την ενίσχυση των εξατομικευμένων μέτρων. Τέλος, υιοθετήθηκαν προγραμματικές θέσεις της νεοφιλελεύθερης ατζέντας (όπως π.χ. ιδιωτικοποιήσεις, περιορισμός του κράτους πρόνοιας, ενίσχυση της ευελιξίας της αγοράς εργασίας κλπ.), οι οποίες όμως δεν αντιμετωπίστηκαν ως «αναγκαίο κακό» αλλά ως φυσικό συστατικό της νέας σοσιαλδημοκρατικής φυσιογνωμίας. Η κίνηση αυτή, σταδιακά αποξένωσε τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα από τα κοινωνικά στρώματα που την στήριζαν παραδοσιακά. Ο περιορισμός του κοινωνικού κράτους, το οποίο αποτελεί τη ναυαρχίδα της σοσιαλδημοκρατικής παράδοσης, κατέστησε δυσδιάκριτες τις διαφορές ανάμεσα στα σοσιαλδημοκρατικά και στα συντηρητικά κόμματα. Τελικά, οι διαφορές μεταξύ των σοσιαλδημοκρατών και των συντηρητικών περιορίστηκαν στα ζητήματα των δικαιωμάτων και στις μετα-υλιστικές αξίες.

Η κατάρρευση της σοσιαλδημοκρατίας ήταν αποτέλεσμα και δικών της παραλήψεων και επιλογών. Οι συνέπειές της όμως αποδείχτηκαν ευρύτερες. Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 έως και σήμερα, η αδιάλειπτη κυριαρχία των συντηρητικών κομμάτων έβαλε την Ευρώπη σε ένα μακρύ ύπνο από τον οποίο δεν έχει ξυπνήσει ακόμα. Το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης πάγωσε και βασικές αξίες γύρω από το οποίο είχε αρχικά οικοδομηθεί  (όπως αυτή της αλληλεγγύης) έχουν χάσει κάθε περιεχόμενο. Σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι μια μίζερη Ένωση δίχως όραμα, θέληση, προοπτική. Είναι μια Ένωση σε κωματώδη ύπνο που ταλανίζεται υπό την πίεση εθνικιστικών πιέσεων και εθνικών ανταγωνισμών. Αυτό το πράγμα δεν μπορεί να πάει πολύ μακριά.

Οι ευρωεκλογές και η ΔΗΜΑΡ

Η ΔΗΜ.ΑΡ. είναι ένα μικρό κόμμα σε μια μικρή χώρα της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Οι πολιτικές της ανεπάρκειες είναι γνωστές σε όσους δεν «φτιάχνονται» με ενέσεις κομματικού πατριωτισμού. Ενίοτε η αναγκαία πολιτική μετριοπάθεια που απαιτούν οι καιροί συγχέεται με την αμηχανία, άλλοτε συγχέεται με την προσκόλληση σε πολιτικές που έχουν καταφανώς αποτύχει ή, ακόμα χειρότερα, με τον «σεβασμό» σε συντηρητικές απόψεις του συρμού (για την Ιστορία, τα Δικαιώματα, την Οικονομία). Όλα αυτά είναι γνωστά. Αυτό όμως το μικρό κόμμα είναι μια ελπίδα έστω και πρόσκαιρη, ελπίδα για αλλαγή εδώ και στην Ευρώπη.

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, ο τόπος έχει ανάγκη από μια αριστερή μετριοπαθή πολιτική δύναμη. Μετριοπαθή υπό την έννοια της ψύχραιμης ματιάς σε πείσμα των έξαλλων, των αμετάκλητα πεισμένων για την αλήθεια τους λόγων και πρακτικών. Αριστερή υπό την έννοια, ότι όταν έρχονται σε σύγκρουση τα συμφέροντα της κοινωνίας και του περιβάλλοντος με εκείνα της αγοράς θα μεροληπτεί υπέρ των πρώτων. Ανανεωτική υπό την έννοια ότι τα ζητήματα ταυτοτήτων, δικαιωμάτων και περιβάλλοντος δεν τα υποτάσσει σε έναν χυδαίο οικονομισμό. Και δημοκρατική διότι η δημοκρατία δεν είναι το μέσο αλλά ο σκοπός. Επίσης ο τόπος χρειάζεται μια αμετάκλητα Ευρωπαϊκή δύναμη. Χωρίς δεύτερες σκέψεις αναφορικά με το αν η Ελλάδα ανήκει στην «Ανατολή» ή στην Ευρώπη.  Μπορεί τον καφέ μας να τον πίνουμε τούρκικο και να μας αρέσει το κοκορέτσι αλλά ανήκουμε στην Ευρώπη, τελεία και παύλα.

Σε ό,τι αφορά την μεγάλη ευρωπαϊκή υπόθεση, η επανανακάλυψη της Ευρώπης απαιτεί μια σοσιαλδημοκρατία. Όχι όμως οποιασδήποτε κοπής. Η απογοητευτική πορεία της διακυβέρνησης Όλαντ δείχνει η ενίσχυση της σοσιαλδημοκρατίας από μόνη της δεν φτάνει. Χρειάζεται, οι προοδευτικές δυνάμεις να μετατοπιστούν προς τα Αριστερά. Χρειάζεται μια Αριστερή Σοσιαλδημοκρατία. Το ερώτημα επομένως είναι σαφές. Ποιο από τα δύο ελληνικά κόμματα που εντάσσονται στην οικογένεια των ευρωπαίων σοσιαλιστών μπορεί να συνεισφέρει περισσότερα στην αναγκαία αριστερή στροφή τους; Ποιόν εμπιστεύεστε περισσότερο; Οι επερχόμενες εκλογές δεν μπορούν να αλλάξουν σε μια νύχτα καταστάσεις που έχουν εδραιωθεί εδώ και χρόνια. Η Ευρώπη δεν πρόκειται να ξυπνήσει στις 26 Μαΐου. Μπορεί όμως να γίνουν κάποια βήματα. Καλή ψήφο.

 

Υ.Γ. Και ένα αίτημα: όλοι όσοι γεννιούνται σε Ευρωπαϊκό έδαφος να λαμβάνουν αυτόματα την ευρωπαϊκή υπηκοότητα. Εάν το κάνει ο Ομπάμα μπορεί να το κάνουμε και εμείς!

 

* Ο  Γιώργος Ιωάννίδης είναι Οικονομολόγος, υπ. ευρωβουλευτής της Δημοκρατικής Αριστεράς

Πηγή: http://www.capital.gr/News.asp?id=1995311

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s