Δωμάτιο μικρών διακοπών

Ένα ποίημα μικρού μήκους και άλλα πλάνα

Στο δεύτερο βιβλίο του Δημήτρη Αθηνάκη, θραύσματα εμπειρίας γυρεύουν στο χαρτί μια ενιαία κινηματογράφηση, που αντιμάχεται σώμα με σώμα την κατακερματισμένη και συχνά απάνθρωπη καθημερινότητα. Έτσι, η ορμή των πλάνων τιθασεύεται από τις λέξεις-σωσίβιο του ποιητή. Σε αυτό το ολόφρεσκο φιλμ, η ποιητική ομορφιά ―όποιο όνομα κι αν φέρει, όσο κι αν κρατά, σε όποιο ρόλο κι αν εμφανίζεται― παραμένει η μία και μοναδική πρωταγωνίστρια.

Οι συντελεστές μιας μικρού μήκους ταινίας, η ίδια η ταινία και τα κομμένα πλάνα ―λόγω της ισορροπίας που κρατά ο ποιητής-σκηνοθέτης― συνθέτουν ένα Δωμάτιο μικρών διακοπών, με κινούμενους, μπρος-πίσω, τοίχους και στίχους. Χάρη στην όραση του, ο ποιητής-σκηνοθέτης αναθεωρεί και μεταμορφώνει όσα προσπερνούν το χρόνο μας, όσα δεν προλαβαίνουμε να δούμε: πλάνα παιδικής ηλικίας, πλάνα ενηλικίωσης, πλάνα φιλίας, πλάνα κοινωνικής αναζήτησης αλλά και πλάνα αναγνωστικής καταβύθισης.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.

Advertisements

Είναι κουρασμένοι, δεν το βλέπετε;

Το 2012, κλείνω τα 31 μου. Tο ζήτημα είναι το τίποτα. Ένα ωραιότατο, μεγαλωμένο μες στον δικό του κόσμο, τίποτα• ο μεγαλύτερος εχθρός όσων γεννήθηκαν πέριξ των αρχών της δεκαετίας του ’80, πέριξ της Αλλαγής, πέριξ της γένεσης ενός ονείρου ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να υπάρξει σοσιαλιστική• θα μπορούσε, λέγανε κι ελπίζανε, ν’ αγγίξει τ’ όνειρο του παραδείσου πολλών ανθρώπων που, λίγα χρόνια νωρίτερα, είχαν βγει απ’ τη δεύτερη δικτατορία του 20ού αιώνα – φανερή, τουλάχιστον. Δεν μας άφησαν. Continue reading

Οι 10 αγαπημένες ταινίες του Δημήτρη Αθηνάκη

Κατεβάζει το παράθυρο του αυτοκινήτου· στιγματισμένο· φυσικά και βρέχει. Βάζει το δάχτυλό της πάνω στις παρτιτούρες. Κοιμάται, ξυπνάει, μιλά, περπατά, δίνεται και γίνεται ένα σώμα με τον κόσμο. Η Ζιλιέτ Μπινός, σκέφτομαι, αν δεν ήταν ηθοποιός, θα ήθελα να δουλεύει στα εισιτήρια κάποιου σινεμά και, απλώς, να μου κλείνει το μάτι, καθώς εγώ θα μπαίνω στην αίθουσα. Βλακείες. Αν δεν ήταν ηθοποιός, θα ήμουν κάποιος άλλος. Υπερβολές. Δεν με νοιάζει. Εσύ πρέπει να ήσουν μικρός όταν την πρωτοείδα στην «Μπλε», ήθελα από κάπου να πιαστώ και πιάστηκα. Εσένα τι σε νοιάζει; Άσε με να βλέπω την ελευθερία με τα δικά μου μάτια. Εσύ, αν θες, κοίτα με πού και πού.
[Ο Κισλόφκσι έχει μετατρέψει τα κλισέ σε αγαπημένες ταινίες· δεν θα του συγχωρήσω ποτέ.]

Ζωή χωρίς δουλειά

299.289 λιγότεροι απασχολούμενοι σε σχέση με τον Ιούλιο του 2010 και 412.708 ανθρώποι που δεν έχουν δουλειά για πάνω από έναν χρόνο είναι μερικά από τα σοκαριστικά στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής που δημοσιεύθηκαν την προηγούμενη Τρίτη. Ακολουθούν οι ιστορίες τεσσάρων Αθηναίων με πτυχία και καλές δουλειές, που είναι απ’ τα πιο πρόσφατα θύματα της οικονομικής κρίσης.

Ζωή χωρίς δουλειά

 

Δημήτρης Αθηνάκης

Ετών: 30

Επάγγελμα: μεταφραστής, επιμελητής εκδόσεων, ποιητής

2007. Η χρονιά των μεγάλων αλλαγών για μένα. Η χώρα συνέχιζε να προχωρά, οι τράπεζες μαζί της. Και όλοι εμείς, θύματα και μαζί θύτες. Θυμάμαι, μου είχε πάρει περίπου τρεις ολόκληρες εβδομάδες ν’ ανοίξω «βιβλία». Απ’ το Επιμελητήριο στην Εφορία και από κει στο ΤΕΒΕ. Όταν είδα το πρώτο μου μπλοκάκι τρυπημένο, ένιωσα τρομερή περηφάνια. Αισθάνθηκα «σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος» να κατακτήσω τον κόσμο της ελεύθερης αγοράς. Κανείς δεν μου ’χε πει ότι ετοιμαζόμουν για τον κόσμο της ελεύθερης πώλησης.

Continue reading

Εγώ (εμείς;) το ’80 γεννηθείς

Το 2011, έκλεισα τα 30 μου. Με τη ζωή που κάνω, και εκτός άλλου απροόπτου, πιθανόν έχω διανύσει τη μισή μου ζωή. Μπορεί και λιγότερο· μπορεί και περισσότερο. Κι όμως, αυτό δεν είναι το ζήτημα· το ζήτημα είναι το τίποτα. Ένα ωραιότατο, μεγαλωμένο μες στον δικό του κόσμο, τίποτα· ο μεγαλύτερος εχθρός όσων γεννήθηκαν πέριξ των αρχών της δεκαετίας του ’80, πέριξ της Αλλαγής, πέριξ της γένεσης ενός ονείρου ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να υπάρξει σοσιαλιστική· θα μπορούσε, λέγανε κι ελπίζανε, ν’ αγγίξει τ’ όνειρο του παραδείσου πολλών ανθρώπων που, λίγα χρόνια νωρίτερα, είχαν βγει απ’ τη δεύτερη δικτατορία του 20ού αιώνα ― φανερή, τουλάχιστον.

Κι όμως, η δεκαετία του ’80 είναι η δεκαετία που ζήσαμε, αλλά που δεν καταλάβαμε. Το «Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα» είναι ένα σύνθημα που εντάσσεται στην εποχή που παίρναμε το «απολυτήριο» του νηπιαγωγείου, ένα «απολυτήριο» που, φαντάζομαι, δεν πλαισιώνεται απ’ αυτό το λαϊκίστικο σύνθημα, δεν εξαρτήθηκε απ’ αυτό. Το «απολυτήριο» του νηπιαγωγείου, το λέω με κάθε παρρησία, το αξίζαμε, δεν μας το χάρισε ο πολυπόθητος σοσιαλισμός.

Η προσγείωση του αεροπλάνου απ’ το Χέρφιλντ και το «ματάκι» του σ. Αντρέα στην αεροσυνοδό με την υπέροχη περμανάντ μάς είναι μία σκηνή που είδαμε στο YouTube, αλλά απολαύσαμε στα μάτια των πατεράδων μας που, ζηλώσαντες τη γοητεία του συντρόφου, κόντεψαν να πάθουν ανεπανόρθωτο στραβισμό και αδιανόητη υψοφοβία· πάλι καλά που, τότε, επιτρεπόταν το κάπνισμα στ’ αεροπλάνα. Και το τίποτα μεγαλύνεται και αυξάνεται και πληθύνεται. Οι βάσεις του θανάτου, εντούτοις, παραμένουν αναλλοίωτες στον χρόνο και ακούνητες στη Σούδα. Οι ΗΠΑ δεν θα μας συγχωρήσουν ποτέ τον έρωτα με τον Καντάφι. Ο αδελφός και ο σύντροφος δεν πτοούνται μπρος στο μεγαλείο της δηλώσεως του τέως δικαστού και νυν Προέδρου της Δημοκρατίας πως η Ελλάς είναι ένα έθνος ανάδελφον. Μπριτς· έχει αδέλφια στη βόρειο Αφρική. Και παιδιά στη Σουηδία.

Το βρόμικο ’89, στην εποχή του, γραφόταν με «ω». Και δεν ήταν και τόσο βρόμικο ούτε και βρώμικο, αν καλοσκεφτούμε πως μοιραία οδηγηθήκαμε εκεί, όπως λέει η Wikipedia και οι συν αυτή. Στη β’ δημοτικού, ακόμα μαθαίναμε Αριθμητική και δεν είχαμε καν ξεκινήσει Ιστορία και Μελέτη Περιβάλλοντος. Έξω όμως, ο Λεωνίδας Κύρκος και ο Χαρίλαος Φλωράκης φτιάχναν τον Ενιαίο Συνασπισμό, ο Όλυμπος κι ο Κίσαβος δεν μαλώναν πια, η Ελλάδα είχε πάρει το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα με τον Αργύρη Καμπούρη να πετυχαίνει τις βολές και τον Φασούλα να στέκεται εκεί ψηλά, στο 2.13, και να χαμογελάει, με τον ίδιο τρόπο που, λίγα χρόνια αργότερα, θα χαμογελούσε ως βουλευτής ή δήμαρχος, τότε που η Δαμανάκη θα είχε ήδη αφήσει την Ανανεωτική Αριστερά εκτός Βουλής, θα την είχε αφήσει εκτός ατζέντας, γιατί θα ’χε γεμίσει η κακομοίρα (η ατζέντα) με ραντεβού στις Βρυξέλλες· με σπαστά αγγλικά, αλλά με το ρεκόρ της μεγαλύτερης συλλογής αστυνομικών μυθιστορημάτων ακόμα στο τσεπάκι. Το βρόμικο ’89, η Αριστερά θαμπώθηκε απ’ τη γοητεία ενός αποστράτου ναυάρχου με τ’ ονοματεπώνυμο χωρίς φαντασία. Ο σύντροφος παραπέμπεται, θαρρείς και είναι διπλωματική εργασία τελειόφοιτου μιας κάποιας Νομικής, και ο Κοσκωτάς χάνει το στοίχημα της Τράπεζας Κρήτης, γιατί, ρε Μανωλιό, ναι, τα παλικάρια και φοβούνται και πονάνε. Το βρόμικο ’89, συνεχίζει ένα τίποτα που δεν μπόρεσε ποτέ να γίνει κάτι.

Continue reading

Η ηλικία μου μικρότερη του αριθμού τους [Για τους «32»]


Ανθρωπιστής είναι αυτός που αγαπάει όλους τους ανθρώπους

γιατί δεν μπορεί ν’ αγαπήσει τον καθένα ξεχωριστά.

Albert Camus

Το πιο συνηθισμένο πράγμα σε ώρες που χρειάζεται κάποιος ή κάτι στήριξη, είναι οι υπογραφές. Ένα κόμμα, η καρέτα-καρέτα, οι ομοφυλόφιλοι που πετροβολούνται στον Τρίτο Κόσμο ή οι γυναίκες που απατούν τους άντρες τους στον ίδιο κόσμο. Συνεχώς, υπογραφές, δηλώσεις, διακηρύξεις, διαγγέλματα και όλα τα συναφή. Υπογράφεις μια δήλωση ή κάτι απ’ τα παραπάνω και μπορείς, ήσυχα πια, να κοιμάσαι το βράδυ, νομίζοντας ότι έχεις επιτελέσει το καθήκον σου στο ζενίθ της κοινωνικής σου ευαισθησίας. Ειδικά οι πομπώδεις εκφράσεις, τα παχιά λόγια, ο κουλτουριάρικος λαϊκισμός, συνιστούν ένα κλισέ πλαίσιο, μέσα στο οποίο το μαξιλάρι μαλακώνει, κι ο κόσμος γύρω μοιάζει ένα άνετο στρώμα να ξαπλώσεις.

Έτσι και με τους «32». [Παρεμπιπτόντως, είμαι αναγκασμένος να τους τσουβαλιάσω, παρότι θα ήθελα πολύ να πιστέψω ότι ένας-δυο παρασύρθηκαν. Έτσι, όμως, κάνουν και οι ίδιοι, τσουβαλιάζουν. Δυστυχώς.] Υπέγραψαν ένα κείμενο που καταργεί, αφενός, οποιαδήποτε διάκριση και, αφετέρου, μες στην αφελή του γενικότητα, ανταποκρίνεται όπως-όπως στη διάχυτη, είναι αλήθεια, ανάγκη για παρέμβαση των διανοουμένων. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν είμαι σίγουρος ότι πια έχει οποιαδήποτε σημασία, στις μέρες μας, μια τέτοια παρέμβαση, όπως, επίσης, δεν πιστεύω καθόλου ότι η διανόηση και η τέχνη είναι υποχρεωμένες να παρεμβαίνουν σώνει και καλά· έχουν κι άλλους τρόπους παρέμβασης· το έργο τους, δηλαδή.

Μέσα στην αναμπουμπούλα, αλλά δίχως να σπάσει κανένα αυγό σε κανένα καλάθι, οι «32» συνυπέγραψαν ένα κείμενο που δεν λέει ΤΙΠΟΤΑ. Απολύτως. Με αφέλεια νηπιαγωγείου, εντοπίζει μία κατάσταση, χωρίς να κατονομάζει, χωρίς να καταδεικνύει κλέφτες κι αστυνόμους, δίχως, έστω σ’ ένα σημείο, να δικαιολογεί την παρουσία τους εδώ. Πέντε-δέκα γενικολογίες, άχρηστες εν γένει. Τα ίδια, αλλά με θάρρος και συγκεκριμένες θέσεις ―πείτε με περισσότερη ή περισσή αφέλεια, αν θέλετε― έκαναν και οι «Αγανακτισμένοι» στο Σύνταγμα.

Continue reading

Γιατί δεν ξέρω για ποιον λόγο πηγαινοέρχομαι στο Σύνταγμα

Γιατί πολύ απλά δεν υπήρχε ποτέ ορίζοντας ανοιχτός μπροστά μας, στην πραγματικότητα. Γιατί πάντοτε τα σχέδια τέλειωναν προτού καν περάσει μια βδομάδα ― και δεν το καταλαβαίναμε. Γιατί, τελικά, κάθε γενιά μοιάζει ―δεν ξέρω αν είναι― αδύναμη, μα όχι ανίκανη, να διατηρήσει την ψυχραιμία της. Γιατί ―είναι πια γνωστό και σαφές― θέλαμε να γίνουμε αυτό που δεν ήμαστε ποτέ· πιθανόν, ούτε αυτό που νομίζαμε ότι ήμαστε. Γιατί, φυσικά, αυτό που θέλαμε να γίνουμε δεν υπήρχε· τουλάχιστον, όπως το ’χαμε φανταστεί. Αυτό, μεταξύ άλλων, το ’χουνε ονομάσει καπιταλιστικό φαντασιακό. Μάλιστα…

Ήταν ωραία ―όχι;― που αποτελούσαμε την τελευταία ―ή σχεδόν την τελευταία― γενιά που, για παράδειγμα, σπουδάζαμε, μέσες-άκρες, με λεφτά άνωθεν ― είτε από γονείς είτε από δουλειά που, ας πούμε, εύκολα βρίσκαμε. Ήταν ωραία που είχαμε, λίγο-πολύ, την άνεση ν’ αποφασίσουμε το επόμενο βήμα με τις θυσίες άλλων. Μήπως αυτό δεν έκανε ολόκληρο το κράτος; Το κράτος και η λειτουργία του, αυτή που εμείς ζήσαμε, οι σημερινοί τριαντάρηδες, ήταν καθρέφτης της λειτουργίας της δικής μας. Ένα κράτος που αποφάσιζε χωρίς να ρωτήσει το κόστος που άλλοι θα πλήρωναν, απ’ τη μια· και μια γενιά που είχε το δικαίωμα ―από πού το ’χε αρπάξει, άραγε;― ν’ αποφασίζει απλώς ζητώντας. Και έπαιρνε. Φυσικά και έπαιρνε. Με κάθε κόστος.

Τώρα, όμως, αυτή η γενιά, η δική μου η γενιά, σταμάτησε να παίρνει. Πρέπει ν’ αρχίσει να δίνει. Τι να δώσει όμως, και σε ποιον; Πώς να βρει τη δύναμη να δώσει; Πού κρύφτηκε η διάθεση; Τι έγινε, ρε παιδιά; Ποιος έκλεισε τα φώτα; Το ταμείον, μέσα κι έξω μας, είναι μείον· μείον είναι σχεδόν τα πάντα. Όπως ακριβώς και στο κράτος. Δεν υπάρχουν γονείς που δίνουν, άρα, συνειρμικά και αναλογικά, δεν υπάρχει ταμείο να δώσει. Ή, μάλλον, ταμείο υπάρχει· τα λεφτά όμως είναι στον φούρνο και ψήνονται, μπας και γίνουν πίτα κριτσανιστή, που θα πονέσει μεν τα δόντια, αλλά, την ίδια στιγμή, θα μπορεί να σπάει και κεφάλια.

Continue reading