Του Γιώργου Ιωαννίδη
Το 1993, μόλις πέντε από τα δεκατέσσερα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχαν σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις. Ωστόσο, το 1998 ο αριθμός των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων είχε αυξηθεί σε δώδεκα.
Οι εκλογικές αναμετρήσεις εκείνης της περιόδου περιόρισαν τις δεξιές κυβερνήσεις σε μόλις δύο. Εγκαινιάστηκε έτσι μια βραχύβια άνοιξη της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, ενώ, προς στιγμήν όμως, φάνηκε να επαναπολιτικοποιείται η διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Ήταν η εποχή των πρώτων ευρωπορειών, του αιτήματος για 35άωρο αλλά και του πρόσκαιρου «Μακροοικονομικού Διαλόγου της Κολονίας», μιας θεσμοθετημένης διαδικασίας διαλόγου μεταξύ των ευρωπαϊκών κοινωνικών εταίρων (άρα και των συνδικάτων) με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και την ΕΚΤ, με αντικείμενο την οικονομική και νομισματική πολιτική.
Μολονότι η νέα σοσιαλδημοκρατία υιοθέτησε το νεοφιλελεύθερο παράδειγμα, εισήγαγε μια λογική «ρυθμισμένης απορρύθμισης». Η συντηρητική οικονομική πολιτική που απέρρεε από την Συνθήκη του Μάαστριχτ δεν αμφισβητήθηκε από την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, ενισχύθηκε όμως η κοινωνική διάσταση των κοινοτικών πολιτικών. Τον ακραιφνή νεοφιλελευθερισμό της Θάτσερ διαδέχτηκε ένας νεοφιλελευθερισμός με «κοινωνικές πρόνοιες» του Σρέντερ. Βέβαια, μπορεί αυτός ο νεοφιλελευθερισμός να ήταν «φιλικότερος στον χρήστη» παρέμενε όμως νεοφιλελευθερισμός, δηλαδή μια βαθιά αντικοινωνική φιλοσοφία και πρακτική. Η μετατόπιση του σοσιαλδημοκρατικού προγραμματικού λόγου από την ισότητα του αποτελέσματος στην ισότητα των ευκαιριών, η μετατόπιση από την έννοια της ισότητας στην έννοια της καταπολέμησης του κοινωνικού αποκλεισμού, η οργανική ενσωμάτωση θέσεων της νεοφιλελεύθερης ατζέντας (όπως οι ιδιωτικοποιήσεις και η ενίσχυση της ευελιξίας της αγοράς εργασίας), αποξένωσε τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα από τα κοινωνικά στρώματα που τη στήριζαν παραδοσιακά. Κυρίως, ο Continue reading




